ἀποκάλυψις

ἡ ἀποκάλυψις, εως ['открывание'] христ. откровение (напр., Откровение св. Иоанна, или Апокалипсис)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀποκάλυψις" в других словарях:

  • ἀποκάλυψις — uncovering fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αποκάλυψις του Ιωάννη — Τίτλος του μοναδικού προφητικού βιβλίου στην Καινή Διαθήκη που βρίσκεται τελευταίο στη σειρά από όλα τα άλλα βιβλία της. Συγγραφέας της είναι o απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης, που έχει γράψει το τέταρτο Ευαγγέλιο και τις τρεις καθολικές… …   Dictionary of Greek

  • Ζαχαρίου Αποκάλυψις — Απόκρυφο βιβλίο, το οποίο πιθανολογείται ότι γράφτηκε τον 3o ή 4o αι. Άλλοι υποστηρίζουν ότι γράφτηκε από τον Ζαχαρία, τον πατέρα του Προδρόμου, και άλλοι από τον προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης …   Dictionary of Greek

  • Σοφονίου αποκάλυψις — Απόκρυφη ιουδαϊκή αποκάλυψη, που την αναφέρει και ο Κλήμης ο Αλεξανδρινός. Σώζονται μόνο αποσπάσματά της, στα οποία ο προφήτης Σοφονίας κάνει αποκαλύψεις από τον «πέμπτο ουρανό» …   Dictionary of Greek

  • ἀποκαλύψει — ἀποκάλυψις uncovering fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἀποκαλύψεϊ , ἀποκάλυψις uncovering fem dat sg (epic) ἀποκάλυψις uncovering fem dat sg (attic ionic) ἀποκαλύπτω uncover aor subj act 3rd sg (epic) ἀποκαλύπτω uncover fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκαλύψεις — ἀποκάλυψις uncovering fem nom/voc pl (attic epic) ἀποκάλυψις uncovering fem nom/acc pl (attic) ἀποκαλύπτω uncover aor subj act 2nd sg (epic) ἀποκαλύπτω uncover fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκαλύψεσι — ἀποκάλυψις uncovering fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκαλύψεσιν — ἀποκάλυψις uncovering fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκαλύψηι — ἀποκάλυψις uncovering fem dat sg (epic) ἀποκαλύψῃ , ἀποκαλύπτω uncover aor subj mid 2nd sg ἀποκαλύψῃ , ἀποκαλύπτω uncover aor subj act 3rd sg ἀποκαλύψῃ , ἀποκαλύπτω uncover fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκάλυψιν — ἀποκάλυψις uncovering fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Apocalipsis — Para otros usos de este término, véase Apocalipsis (desambiguación). Icono del siglo XVI …   Wikipedia Español

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.